Στις 14 Μαρτίου 2012 στάλθηκε από τη σχολή μέσω mail μία ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ – ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ σε πολλούς φοιτητές, και τους ζητούσε να περάσουν επειγόντως από τη γραμματεία για να ενημερωθούν για ένα «επείγον ζήτημα», χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις. Λίγες μέρες αργότερα στάλθηκε δεύτερο mail, το οποίο εξηγούσε ότι το θέμα ήταν η αλλαγή του καθεστώτος παράδοσης των διπλωματικών.
Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση υπενθύμιζε ότι το 2010 η σχολή έλαβε την απόφαση ότι για να παρουσιαστεί μια διπλωματική εργασία, θα πρέπει όλα τα μέλη της αντίστοιχης ομάδας να έχουν τελειώσει με τις προπτυχιακές τους υποχρεώσεις, δηλαδή να μην χρωστάει κανείς ούτε ένα μάθημα. Τότε, έπειτα από αντιδράσεις φοιτητών, είχε δοθεί μία μεταβατική περίοδος 2 χρόνων, η οποία λήγει με την παρούσα περίοδο.
Τώρα λοιπόν ενημερώνονται όσοι πρόκειται να παρουσιάσουν από τον Ιούνιο και πέρα για την ισχύ του μέτρου, και μάλιστα καλούνται να περάσουν από τη γραμματεία να υπογράψουν ότι έχουν γνώση της κατάστασης, προφανώς για να αποφευχθούν για άλλη μια φορά φαινόμενα διαμαρτυρίας.
Τόσο το περιεχόμενο της απόφασης όσο και ο τρόπος με τον οποίο ανακοινώνεται και προωθείται η υλοποίησή της, εγείρουν ζητήματα που ως πολιτική συλλογικότητα θεωρούμε ότι δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι αντανακλά μόνο έλλειψη οργάνωσης, η ενημέρωση των φοιτητών μετά το πέρας της εξεταστικής Φεβρουαρίου και πολύ καιρό μετά τις δηλώσεις διπλωματικών για την περίοδο του Ιουνίου, είναι σίγουρα απαράδεκτη, αφού φέρνει προ τετελεσμένου μεγάλη μερίδα κόσμου που αιφνιδίως βλέπει να ανατρέπεται και ο στοιχειώδης προγραμματισμός, ή αναγκάζεται να διαλύσει συνεργασίες καθώς δεν πληρούν όλα τα μέλη της ομάδας το νέο κριτήριο.
Η απαίτηση επίσης της υπογραφής εκ των πραγμάτων πρόκειται να δημιουργήσει τετελεσμένο για τους φοιτητές των μικρότερων ετών, σε περίπτωση που εκείνοι στο μέλλον αποφασίσουν να ζητήσουν άρση αυτού του μέτρου.
Το κύριο όμως είναι το περιεχόμενο της απόφασης:
Εκτός από τις επιπτώσεις στις υπάρχουσες ομάδες, δυσχεραίνει οποιαδήποτε μελλοντική συνεργασία, καθώς αναγκάζει όλα τα κριτήρια ουσίας στην επιλογή του συνεργάτη να υποτάσσονται στο εξής κυρίαρχο: έχει / θα έχει μέχρι τότε ο άλλος τελειώσει όλα του τα μαθήματα ώστε να μπορέσουμε τελικά να παρουσιάσουμε;
Πάνω απ’ όλα όμως, ο αριθμός των οφειλόμενων μαθημάτων δεν μπορεί να είναι, και εκ των πραγμάτων ουδέποτε υπήρξε, κριτήριο για την ποιότητα μιας διπλωματικής εργασίας.
Δεν είναι παρά ένα τυπικό μέγεθος, και η εξάρτηση της διπλωματικής από αυτό, δε μπορεί να ειθωδεί παρά μέσα στο πλαίσιο της εντατικοποίησης και ακριβώς αυτής της απομάκρυνσης από την ουσία των σπουδών που προωθεί και η εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου.
Η ουσία που μπορεί κανείς να επικαλεστεί υπέρ της απόφασης σχετίζεται με το ότι, για να κάνεις μια διπλωματική πρέπει, στο κάτω κάτω, να έχεις λάβει το σύνολο της γνώσης που σου παρέχει η σχολή. Είναι γνωστό σε όλους μέσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα, παρ’ όλα αυτά, ότι αυτό σε καμία περίπτωση δεν τεκμαίρεται από τον αριθμό των οφειλόμενων μαθημάτων, ειδικά σε μία σχολή σαν τη δική μας που παράμετροι όπως του χρόνου και της σωματικής αντοχής παίζουν συχνά πολύ σπουδαιότερο ρόλο από την παράμετρο του «διαβάσματος».
Άλλωστε, κανείς δεν ξεκινά τη διπλωματική του πριν από το πέμπτο έτος. Το γεγονός ότι το έτος του κάθε φοιτητή δεν αρκεί και απαιτείται πρόσθετη απόδειξη ότι όντως έχει τις προαπαιτούμενες γνώσεις, ή ότι όντως έχει παρακολουθήσει και επιτύχει στο σύνολο των μαθημάτων που έχουν προηγηθεί, παραπέμπει σε μορφές ελέγχου και πειθάρχησης τουλάχιστον σχολικές, που δεν απευθύνονται σε ακαδημαϊκούς πολίτες αλλά σε διεκπεραιωτικές μηχανές που χρειάζεται απλώς να πληρούν αριθμητικά κριτήρια.
Τέλος, η επίκληση του Οδηγού Σπουδών του ΕΜΠ προκαλεί τουλάχιστον θυμηδία, εφόσον στο συγκεκριμένο Οδηγό περιγράφεται πως η διπλωματική εργασία γίνεται στο 10 εξάμηνο, ολοκληρώνεται σε έξι (6) μήνες και αντιστοιχεί σε δουλειά περίπου 5 ωρών την ημέρα, εκτός Σ / Κ!!!
Σε κάθε περίπτωση λοιπόν η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό που να σχετίζεται με την ποιότητα του παραγόμενου σπουδαστικού έργου, ή με τη διευκόλυνση των φοιτητών στην ολοκλήρωση των σπουδών τους. Εναρμονίζεται δε πλήρως με το πνεύμα του νόμου Διαμαντοπούλου για την εκπαίδευση.
Ρωτάμε λοιπόν,
Πρώτον: ποιον και ως προς τι εξυπηρετεί η εν λόγω ρύθμιση;
Δεύτερον: η επιμονή στην εφαρμογή της τι σχέση έχει με το νόμο Διαμαντοπούλου; Η θέση της διοίκησης της σχολής απέναντι στο νόμο αυτό ποια είναι;
Τρίτον: με ποια εξουσιοδότηση οι «φοιτητές – φοιτήτριες που έχουν υποβάλει αίτηση εκπόνησης διπλωματικής εργασίας», ακόμα κι αν είναι «οποιασδήποτε περιόδου», θα επικυρώσουν με την υπογραφή τους μία ρύθμιση που θα επηρεάσει όλα τα έτη της σχολής από δω και στο εξής, χωρίς οι υπόλοιποι φοιτητές να έχουν ερωτηθεί ή έστω ενημερωθεί επισήμως;
Για όλα τα παραπάνω και επειδή θεωρούμε ότι τέτοιου είδους ζητήματα απαιτούν τη συνεχή παρουσία και δραστηριοποίηση των φοιτητών, προτείνουμε, πέραν της συμμετοχής στην παρούσα συζήτηση, τη διεξαγωγή γενικής συνέλευσης το συντομότερο δυνατόν, ώστε να ενημερωθούν όσοι περισσότεροι φοιτητές γίνεται, και να παρθεί απόφαση του συλλόγου της σχολής που να εκφράζει τη θέση των φοιτητών ως προς τη διαδικασία παράδοσης των διπλωματικών. Έχοντας κινητοποιήσει κόσμο και έχοντας καταγεγραμμένη μία σχετική απόφαση, θα μπορούμε να παραστούμε στην επόμενη συνέλευση τμήματος, να εκφράσουμε τις αντιρρήσεις μας και να απαιτήσουμε να ανοίξει το θέμα και να συζητηθεί από την αρχή.